Media Pluralism Monitor 2023
1 Ιουλίου, 2023Η δημοσιογραφική κάλυψη του πολέμου στην Ουκρανία από τα Κυπριακά ΜΜΕ – Τι αποκαλύπτει για την Κύπρο και τα Μέσα Ενημέρωσης της
25 Απριλίου, 2024
Το Ινστιτούτο Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης παρουσίασε στις 7 Δεκεμβρίου στη Λευκωσία την μελέτη Cyprus Media Coverage of the War in Ukraine: What it reveals about Cyprus and its Media η οποία εκπονήθηκε με την στήριξη του Friedrich Naumann Foundation for Freedom (Greece and Cyprus).
H μελέτη εξέτασε την δημοσιογραφική κάλυψη της Ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία από τον Φεβρουάριο του 2022 η οποία μετά την πρώτη επιφυλακτική αντίδραση έγινε σταδιακά πιο εμπεριστατωμένη και ρεαλιστική, καθώς ο πόλεμος εντάθηκε, αν και κάποια Μέσα συνέχισαν να κρατούν αποστάσεις περιγράφοντας την εισβολή ως ‘πολεμικές επιχειρήσεις’ ή ‘πολεμική διένεξη’ αντανακλώντας συχνά το αφήγημα του εισβολέα.
Η μελέτη καταγράφει πως η προσέγγιση των Μέσων δεν διέφερε πολύ από την αρχική πολιτική στάση της κυπριακής κυβέρνησης και του κυπριακού κοινωνικοοικονομικού συστήματος. Εντοπίζει πως όμως η κυβέρνηση κατάφερε πολύ γρήγορα να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα των εξελίξεων, κατανοώντας τι θα σήμαινε για την εικόνα της Κύπρου, τη θέση της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και πάνω απ' όλα για το εθνικό πρόβλημα, αν κωλυσιεργούσε και παρέμενε προσκολλημένη στην επιφυλακτική της αντιμετώπιση υπερασπιζόμενη τα ρωσικά συμφέροντα. Το κοινωνικοοικονομικό σύστημα χρειάστηκε περισσότερο χρόνο για να προσαρμοστεί σε αυτή την πραγματικότητα, όπως και η κοινή γνώμη γενικότερα όπου υπάρχει ακόμη σημαντική αντίσταση όπως καταδεικνύεται σε δημοσκοπήσεις.
Η μελέτη αναφέρεται στις σχέσεις της Κύπρου με τη Ρωσία, την μέσα από δεκαετίες αθόρυβη διείσδυση της Ρωσίας στο κυπριακό πολιτικοοικονομικό σύστημα όπως και στη σταδιακή διείσδυση του ρωσικού χρήματος μετά την κατάρρευση της κυπριακής οικονομίας το 2013. Καταγράφει πως η διπλωματική εκμετάλλευση του εθνικού προβλήματος της Κύπρου από τη Σοβιετική Ένωση για την εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου συνεχίστηκε από την Ρωσική Ομοσπονδία μετά το 1990. ΄Ένας συνδυασμός της δαιμονοποίησης της Δύσης από την Κύπρο μετά την τουρκική εισβολή, της χριστιανορθόδοξης αντίληψης της «μητέρας Ρωσίας» και των κατάλοιπων κομμουνιστικής νοσταλγίας σε ορισμένους κύκλους, θόλωσε την άποψη της κοινής γνώμης και εμπόδισε την απομυθοποίηση της μετα-σοβιετικής Ρωσίας. Όπως και σε πολλά κράτη μέλη της Ένωσης, στην Κύπρο όμως ίσως περισσότερο από άλλα, η ήπια ισχύς της Ρωσίας, διείσδυσε με μεγάλα κεφάλαια και δημιούργησε σχέσεις εξάρτησης οι οποίες σταδιακά έκαμψαν τις αντιστάσεις μιας συντριπτικά φιλοευρωπαϊκής χώρας η οποία μόλις είχε αρχίσει στις αρχές του 21ου αιώνα να κάνει τα πρώτα της βήματα στη σφαίρα της πολιτικής ωριμότητας. Η μελέτη σημειώνει ότι και η ίδια η ΕΕ έπεσε θύμα πράγμα που φάνηκε από την απόλυτη ενεργειακή εξάρτηση της από την Ρωσία.
Στην Κύπρο όμως αυτή η ρωσοφιλία τροφοδοτήθηκε από το αδύναμο πολιτικό σύστημα της χώρας, την κατάρρευση της οικονομίας και την επακόλουθη δυσπιστία που δημιουργήθηκε σε κρατικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Όλα αυτά συνδυάστηκαν επικίνδυνα με το φτωχό συλλογικό ένστικτο της χώρας για θεσμική εποπτεία όταν επρόκειτο για θέματα πολιτικής και εταιρικής διαφθοράς.
Οι συνθήκες αυτές δεν είναι όμως άσχετες με την παρακμή της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας και την απουσία ενός ανεξάρτητου διεισδυτικού δημόσιου λόγου. Παρόλο που η δημοσιογραφική κοινότητα περιλαμβάνει ορισμένους εξαιρετικούς, ανεξάρτητα σκεπτόμενους δημοσιογράφους, πολλοί έχουν συμβιβαστεί με τον τρόπο που λειτουργεί το σύστημα στην Κύπρο. Πολλοί δημοσιογράφοι εγκαταλείπουν εντελώς τον τομέα, επιλέγοντας να εργαστούν σε εταιρικές και κυβερνητικές θέσεις κι’ αν κάποτε επιστρέψουν στο χώρο δεν είναι ποτέ οι ίδιοι όπως όταν έφυγαν πράγμα που έχει αντίκτυπο στην ακεραιότητα της δημοσιογραφίας.
Πέραν από την υποταγή της δημοσιογραφίας στην πολιτική και εταιρική εξουσία, η μελέτη εντοπίζει την επιφανειακή κάλυψη των γεγονότων από τα συστημικά και διαδικτυακά Μέσα Ενημέρωσης που έχουν οδηγήσει σε μια βιαστική, αυθαίρετη και βολική δημοσιογραφία η οποία δεν καλύπτει τις ζωτικές ανάγκες πληροφόρησης του κοινού και το δημόσιο συμφέρον ευρύτερα. Κατ’ επέκταση, συμπεραίνει η μελέτη, η δημοσιογραφία έχει διαβρωθεί και έχει υποπέσει σε μια τεμπέλικη κουλτούρα copy-paste που είναι πλέον διάχυτη, η οποία αναπαράγει αφηγήματα και στερεότυπα που υιοθετούνται χωρίς αμφισβήτηση.
Η μελέτη επισημαίνει ότι στην Κύπρο, οι διεθνείς ειδήσεις θεωρούνταν πάντα ως «συμπλήρωμα» των τοπικών ειδήσεων και ως εκ τούτου, ως επί το πλείστον, εξασφαλίζονταν και αναμεταδίδονταν από ελληνικά κυρίως ειδησεογραφικά πρακτορεία, χωρίς ποτέ να προσελκύουν την απαραίτητη προσοχή και τον στενότερο έλεγχο από εκείνους που τις επιβλέπουν. Θεωρεί επίσης πως η κάλυψη των ξένων ειδήσεων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις γλωσσικές δεξιότητες των δημοσιογράφων, οι οποίες υπαγορεύουν την επιλογή των πηγών στις οποίες απευθύνονται.
Σημαντική είναι επίσης η αναφορά της μελέτης στο δυσλειτουργικό επιχειρηματικό μοντέλο των Μέσων, την απώλεια εσόδων, την απώλεια εμπιστοσύνης, προσοχής και σεβασμού από το κοινό που τα παρακολουθεί. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η μάχη για επιβίωση και οι εμπορικές φιλοδοξίες των δημοσιογραφικών οργανισμών να υπερτερούν αναπόφευκτα των συντακτικών ανησυχιών. Αυτό σήμαινε λιγότερο προσωπικό για ρεπορτάζ - σήμαινε επίσης -ανεξήγητα- ότι το λιγότερο αυτό προσωπικό στην πραγματικότητα πληρωνόταν λιγότερο και περισσότερη δουλειά η οποία όμως δεν διεκπεραιωνόταν με σωστή δημοσιογραφική έρευνα και εποπτικών διαδικασιών. Σήμαινε επίσης την απώλεια της επιθυμίας για ασυμβίβαστη δημοσιογραφία, την παντελή απουσία ερευνητικής δημοσιογραφίας και, εξαιτίας της αδιαφάνειας που επικρατεί ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των μέσων ενημέρωσης, σήμαινε μια επιστροφή στην αυτολογοκρισία. Ένας είδος αυτολογοκρισίας που είχε κυριαρχήσει στα κυπριακά ΜΜΕ κατά τις περιόδους του μονόδρομου πατριωτισμού μετά την ανεξαρτησία της. Αυτή τη φορά, όμως, δεν έγινε στο όνομα της εθνικής επιβίωσης, αλλά στο όνομα της εταιρικής επιβίωσης. Όλα αυτά έκαναν τη δημοσιογραφία πιο ευάλωτη στους κινδύνους της μεροληψίας και στις μάστιγες της αταξίας, κακοφωνίας και παραπληροφόρησης στο χώρο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.




